αναθυμιώ


αναθυμιώ
(-άω) (Α ἀναθυμιῶ)
Ι. ενεργ. εξαερώνω, εξατμίζω
ΙΙ. παθ.
1. αναδίδομαι εν είδει καπνού ή ατμού, εξατμίζομαι, εξαερώνομαι
2. διεγείρω, αναζωογονώ, αναζωπυρώνω
ΙΙΙ. μεσ. ανασύρω, τραβώ ατμούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα-* + θυμιῶ.
ΠΑΡ. αναθυμίαμα, αναθυμίαση (-ις)
νεοελλ.
αναθυμιατός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναθυμίαμα — το (Α ἀναθυμίαμα) [ἀναθυμιῶ] αέριο που αναδύεται από την αναθυμίαση …   Dictionary of Greek

  • αναθυμίαση — η (Α ἀναθυμίασις) [ἀναθυμιῶ] διάχυση αερίων, κυρίως δύσοσμων ή δηλητηριωδών, απόπνοια νεοελλ. δυσάρεστη ή επιβλαβής οσμή …   Dictionary of Greek

  • θυμιώ — θυμιῶ, άω (Α) 1. καίω έτσι ώστε να παράγω καπνό («θυμιῶ τὴν στύρακα», Ηρόδ.) 2. θυμιάζω, καίω θυμίαμα 3. καπνίζω κάτι για απολύμανση 4. (αμτβ.) βγάζω καπνό, καπνίζω 5. παθ. θυμιῶμαι, άομαι α) καίομαι β) μεταβάλλομαι σε καπνό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυμ ιώ …   Dictionary of Greek